αποδιοργανώνω


αποδιοργανώνω
αποδιοργανώνω, αποδιοργάνωσα βλ. πίν. 3

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αποδιοργανώνω — επιφέρω αποδιοργάνωση …   Dictionary of Greek

  • εξαρθρώνω — (AM ἐξαρθρῶ, όω) βγάζω το κόκαλο από την κλείδωση, λύνω την άρθρωση, την κλείδωση, στραμπουλίζω νεοελλ. μτφ. αποσυνθέτω, αποδιοργανώνω, ξεχαρβαλώνω, διαλύω («οικογένεια εξαρθρωμένη», «εξαρθρώθηκε δίκτυο κακοποιών») …   Dictionary of Greek

  • ξεχαρβαλώνω — 1. διαλύω με άτεχνο τρόπο αντικείμενο στα μέρη από τα οποία απαρτίζεται έτσι ώστε να μην ξαναφτειάχνεται 2. μέσ. ξεχαρβαλώνομαι εξαρθρώνομαι λόγω παλαιότητας ή κακού χειρισμού, δυσλειτουργώ, λειτουργώ κακώς 3. μτφ. διαταράσσω τον κανονικό ρυθμό… …   Dictionary of Greek

  • αποσυνθέτω — θεσα, τέθηκα, θεμένος 1. διαλύω κάτι σύνθετο στα μέρη του: Για να δουν τι συμβαίνει, αποσύνθεσαν τη μηχανή. 2. διαχωρίζω τα απλά συστατικά σύνθετου σώματος: Η χημεία αποσύνθεσε τον αέρα. 3. σαπίζω: Τους έπιασαν, γιατί πουλούσαν ψάρια αποσυνθεμένα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εξαρθρώνω — εξάρθρωσα, εξαρθρώθηκα, εξαρθρωμένος, μτβ. 1. βγάζω από την άρθρωση, βγάζω (από την κλείδωση), στραμπουλίζω. 2. μτφ., προκαλώ την εξάρθρωση οργάνωσης, αποδιοργανώνω, ξεχαρβαλώνω …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)